Ανεξάρτητο
Γιατί το κάνω αυτό στον εαυτό μου ? Γιατί συνεχίζω να πιστεύω πως τα πράγματα θα αλλάξουν και μάλιστα προς το καλύτερο ? Γιατί δεν μπορώ να δω τα πάντα, όπως πραγματικά είναι και αντίθετα, γεμίζω τον εαυτό μου με ψεύτικες ελπίδες ?
Βέβαια, τι άλλη επιλογή έχω ? Να σκάψω ένα λάκκο και να περιμένω να με θάψουν ? Να τα παρατήσω και να συμφιλιωθώ με το γεγονός πως η ζωή μου θα παραμείνει για πάντα έτσι ?
Όχι ! Το αρνούμαι ! Αρνούμαι να συμβιβαστώ με αθέμιτες καταστάσεις και αρνούμαι να προσκυνώ ψεύτικα είδωλα ! Τώρα ξέρω πως για να βρω την Ελένη, αρκεί να συνειδητοποιήσω που βρίσκομαι. Αρκεί να προσέξω πως ζω μέσα σε μια βάρκα που βουλιάζει και πως όσο νερό και αν πετάξω έξω, η τρύπα δεν θα μπαλωθεί ποτέ. Πρέπει να καταφέρω να πετάξω μακριά τον κουβά που χρησιμοποιώ για να αδειάσω το νερό, που πλέον έχει γίνει κομμάτι του εαυτού μου και να αρχίσω να κολυμπώ.
Πρέπει να εγκαταλείψω το κατάστρωμα και να σε αφήσω δεμένη στο κατάρτι. Νόμιζες πως ήταν παιχνίδι… Νόμιζες πως το έκανα για να σε κρατήσω μακριά από τις σειρήνες… Δεν κατάλαβες όμως, πως εσύ ήσουν η σειρήνα… Με οδήγησες στα βράχια και τώρα μπάζουμε νερά.
Δεν λέω φταίω και εγώ. Έπρεπε να κρατήσω τα μάτια μου στην θάλασσα μπροστά και να μην σε αφήσω να γίνεις καπετάνιος. Ή τουλάχιστον έπρεπε να είμαι αρκετά πολυμήχανος, για να ετοιμάσω την σωστική λέμβο, χρόνια πριν… Στο κάτω κάτω, εγώ ήμουν που σου μάθαινα, πως πάντα έπρεπε να ξετυλίγεις πίσω σου ένα μίτο, ώστε να μπορείς να διαφύγεις από τον λαβύρινθο.
Σε έδεσα λοιπόν, ώστε να σε κρατήσω μακριά μου. Γιατί ήξερα πως αν σε άφηνα, θα με έπειθες να μείνω. Θα με έπειθες να συνεχίσω να αδειάζω τα νερά, λέγοντας πως έβλεπες στεριά. Εκμεταλλευόμενη την μυωπία μου και την αγάπη μου. Μα εγώ ξέρω καλύτερα. Δεν υπάρχει στεριά για την αγάπη μας. Μόνο ατέλειωτη θάλασσα. Έπρεπε να το είχα καταλάβει από την αρχή, από το πώς άρχισε το ταξίδι, ότι δεν θα φτάναμε στον προορισμό μας. Ποιος πέταξε κοντά στον ήλιο και δεν έλιωσαν τα φτερά του ? Τα κύματα θα μας χτυπούν αιώνια…
Τώρα είμαστε πλέον στο μάτι του κυκλώνα. Δεν υπάρχει διέξοδος. Σε όποια κατεύθυνση και αν πλεύσουμε καταιγίδες μας περιμένουν. Προτιμώ να στέκομαι εδώ και να χαίρομαι τα ελάχιστα λεπτά ηρεμίας, που μας περιμένουν. Μα δεν θα σου μιλήσω. Δεν θα σε χαιρετήσω. Πονάει πολύ και ξέρω πως αν σου πω μια λέξη, αν σου ρίξω μια ματιά, θα με πείσεις πως δεν υπάρχει καμία Σκύλλα και καμία Χάρυβδη κρυμμένες στην ομίχλη.
Απλά πρέπει να πέσω στο νερό και να αφήσω το πλοίο μας να πάει στον πάτο. Εύχομαι ο Ποσειδώνας να σου φερθεί καλά. Εγώ πρέπει να ξεφύγω από αυτό το ναυάγιο. Πρέπει να βρω την δύναμη να κολυμπήσω και να βρω καινούργια βάρκα… Μια που θα επιπλέει…
Θα πηδήξω στην θάλασσα ! Και σαν θα δω τα νερά να φτάνουν στα μικρά σου ποδαράκια, θα το μετανιώσω. Θα προσπαθήσω να σε φτάσω, μα η θάλασσα θα σε έχει πλέον στην αγκαλιά της. Και καθώς θα βλέπω τα θλιμμένα ματάκια σου να σκεπάζονται από τα κατάμαυρα νερά, θα βουτήξω και θα σε ακολουθήσω. Θα προσπαθήσω να σε φτάσω, για μια τελευταία φορά, μα θα είναι πλέον αργά. Θα έχεις ήδη πνιγεί και ο αέρας μου θα τελειώνει. Η θερμοκρασία μου θα πέφτει επικίνδυνα και θα αναπολώ την ζεστή σου αγκαλιά. Θα ‘θελα να σουν εδώ….
Θα ξαναβγώ στην επιφάνεια απελπισμένος. Θα πάρω μια βαθειά ανάσα και θα ξεκινήσω να κολυμπώ. Η θύελλα θα έχει πια κοπάσει, μα τα γκρίζα σύννεφα θα με ακολουθούν ακόμα. Σαν Στυμφαλίδες όρνιθες θα πετούν απειλητικά πάνω από το κορμί μου.
Θα κολυμπήσω χωρίς πυξίδα, δίχως ήλιο ή αστέρια να μου δείξουν τον δρόμο για την Ιθάκη. Απλά ξέρω πως κάποιο πλοίο θα συναντήσω και θα συνεχίσω για μια ακόμη φορά το ταξίδι. Ξέρω πως ο ήλιος θα ξαναβγεί και ο Απόλλωνας θα με ζεστάνει με της χρυσές του ηλιαχτίδες. Και ξέρω, πως κάποια στιγμή θα φτάσω την στεριά. Αρκεί να βρω το κατάλληλο καράβι…
Έτσι θα σωθώ… Το ξέρω. Μα δεν ξέρω αν έχω την δύναμη να το κάνω. Πώς μπορώ να αποδεχθώ, πως όλα τελειώσαν ? Πώς μπορώ να παρατήσω, όσα έχτισα ? Σε αγαπάω μάτια μου, πώς μπορώ να σε αφήσω να πνιγείς ?!