Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Θυσίες στον Ποσειδώνα

Ανεξάρτητο
  Γιατί το κάνω αυτό στον εαυτό μου ? Γιατί συνεχίζω να πιστεύω πως τα πράγματα θα αλλάξουν και μάλιστα προς το καλύτερο ? Γιατί δεν μπορώ να δω τα πάντα, όπως πραγματικά είναι και αντίθετα, γεμίζω τον εαυτό μου με ψεύτικες ελπίδες ?
  Βέβαια, τι άλλη επιλογή έχω ? Να σκάψω ένα λάκκο και να περιμένω να με θάψουν ? Να τα παρατήσω και να συμφιλιωθώ με το γεγονός πως η ζωή μου θα παραμείνει για πάντα έτσι ?
  Όχι ! Το αρνούμαι ! Αρνούμαι να συμβιβαστώ με αθέμιτες καταστάσεις και αρνούμαι να προσκυνώ ψεύτικα είδωλα ! Τώρα ξέρω πως για να βρω την Ελένη, αρκεί να συνειδητοποιήσω που βρίσκομαι. Αρκεί να προσέξω πως ζω μέσα σε μια βάρκα που βουλιάζει και πως όσο νερό και αν πετάξω έξω, η τρύπα δεν θα μπαλωθεί ποτέ. Πρέπει να καταφέρω να πετάξω μακριά τον κουβά που χρησιμοποιώ για να αδειάσω το νερό, που πλέον έχει γίνει κομμάτι του εαυτού μου και να αρχίσω να κολυμπώ.
  Πρέπει να εγκαταλείψω το κατάστρωμα και να σε αφήσω δεμένη στο κατάρτι. Νόμιζες πως ήταν παιχνίδι… Νόμιζες πως το έκανα για να σε κρατήσω μακριά από τις σειρήνες… Δεν κατάλαβες όμως, πως εσύ ήσουν η σειρήνα… Με οδήγησες στα βράχια και τώρα μπάζουμε νερά.
  Δεν λέω φταίω και εγώ. Έπρεπε να κρατήσω τα μάτια μου στην θάλασσα μπροστά και να μην σε αφήσω να γίνεις καπετάνιος. Ή τουλάχιστον έπρεπε να είμαι αρκετά πολυμήχανος, για να ετοιμάσω την σωστική λέμβο, χρόνια πριν… Στο κάτω κάτω, εγώ ήμουν που σου μάθαινα, πως πάντα έπρεπε να ξετυλίγεις πίσω σου ένα μίτο, ώστε να μπορείς να διαφύγεις από τον λαβύρινθο.
  Σε έδεσα λοιπόν, ώστε να σε κρατήσω μακριά μου. Γιατί ήξερα πως αν σε άφηνα, θα με έπειθες να μείνω. Θα με έπειθες να συνεχίσω να αδειάζω τα νερά, λέγοντας πως έβλεπες στεριά. Εκμεταλλευόμενη την μυωπία μου και την αγάπη μου. Μα εγώ ξέρω καλύτερα. Δεν υπάρχει στεριά για την αγάπη μας. Μόνο ατέλειωτη θάλασσα. Έπρεπε να το είχα καταλάβει από την αρχή, από το πώς άρχισε το ταξίδι, ότι δεν θα φτάναμε στον προορισμό μας. Ποιος πέταξε κοντά στον ήλιο και δεν έλιωσαν τα φτερά του ? Τα κύματα θα μας χτυπούν αιώνια…
  Τώρα είμαστε πλέον στο μάτι του κυκλώνα. Δεν υπάρχει διέξοδος. Σε όποια κατεύθυνση και αν πλεύσουμε καταιγίδες μας περιμένουν. Προτιμώ να στέκομαι εδώ και να χαίρομαι τα ελάχιστα λεπτά ηρεμίας, που μας περιμένουν. Μα δεν θα σου μιλήσω. Δεν θα σε χαιρετήσω. Πονάει πολύ και ξέρω πως αν σου πω μια λέξη, αν σου ρίξω μια ματιά, θα με πείσεις πως δεν υπάρχει καμία Σκύλλα και καμία Χάρυβδη κρυμμένες στην ομίχλη.
  Απλά πρέπει να πέσω στο νερό και να αφήσω το πλοίο μας να πάει στον πάτο. Εύχομαι ο Ποσειδώνας να σου φερθεί καλά. Εγώ πρέπει να ξεφύγω από αυτό το ναυάγιο. Πρέπει να βρω την δύναμη να κολυμπήσω και να βρω καινούργια βάρκα… Μια που θα επιπλέει…
  Θα πηδήξω στην θάλασσα ! Και σαν θα δω τα νερά να φτάνουν στα μικρά σου ποδαράκια, θα το μετανιώσω. Θα προσπαθήσω να σε φτάσω, μα η θάλασσα θα σε έχει πλέον στην αγκαλιά της. Και καθώς θα βλέπω τα θλιμμένα ματάκια σου να σκεπάζονται από τα κατάμαυρα νερά, θα βουτήξω και θα σε ακολουθήσω. Θα προσπαθήσω να σε φτάσω, για μια τελευταία φορά, μα θα είναι πλέον αργά. Θα έχεις ήδη πνιγεί και ο αέρας μου θα τελειώνει. Η θερμοκρασία μου θα πέφτει επικίνδυνα και θα αναπολώ την ζεστή σου αγκαλιά. Θα ‘θελα να σουν εδώ….
  Θα ξαναβγώ στην επιφάνεια απελπισμένος. Θα πάρω μια βαθειά ανάσα και θα ξεκινήσω να κολυμπώ. Η θύελλα θα έχει πια κοπάσει, μα τα γκρίζα σύννεφα θα με ακολουθούν ακόμα. Σαν Στυμφαλίδες όρνιθες θα πετούν απειλητικά πάνω από το κορμί μου.
  Θα κολυμπήσω χωρίς πυξίδα, δίχως ήλιο ή αστέρια να μου δείξουν τον δρόμο για την Ιθάκη. Απλά ξέρω πως κάποιο πλοίο θα συναντήσω και θα συνεχίσω για μια ακόμη φορά το ταξίδι. Ξέρω πως ο ήλιος θα ξαναβγεί και ο Απόλλωνας θα με ζεστάνει με της χρυσές του ηλιαχτίδες. Και ξέρω, πως κάποια στιγμή θα φτάσω την στεριά. Αρκεί να βρω το κατάλληλο καράβι…
  Έτσι θα σωθώ… Το ξέρω. Μα δεν ξέρω αν έχω την δύναμη να το κάνω. Πώς μπορώ να αποδεχθώ, πως όλα τελειώσαν ? Πώς μπορώ να παρατήσω, όσα έχτισα ? Σε αγαπάω μάτια μου, πώς μπορώ να σε αφήσω να πνιγείς ?!

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Μακρύς, σκοτεινός διάδρομος

  Η ψυχή είναι ένας μακρύς, σκοτεινός διάδρομος. Όταν γνωρίζεις κάποιον, σου ανοίγει την πόρτα της ψυχής του και σου επιτρέπει την είσοδο. Τα πρώτα σου βήματα, στο νέο αυτό περιβάλλον, είναι σίγουρα. Από την πόρτα που μπήκες, εισβάλει φως και σου φωτίζει τον δρόμο. Όμως τα πλάσματα που ζουν εκεί μέσα, έχουν συνηθίσει το σκοτάδι. Το φως τα τρομάζει και κρύβονται ακόμα πιο βαθειά, στα έγκατα της ψυχής.
  Θέλεις να τα κυνηγήσεις, όμως το φως που μπαίνει από την πόρτα δεν φτάνει να φωτίσει τον υπόλοιπο δρόμο. Φακό έχεις, όμως οι μπαταρίες έχουν πια αδειάσει από την πολύ χρήση, στα σκοτεινά δωμάτια της δικής σου ψυχής. Τα σπίρτα σου είναι βρεγμένα, από τις πολλές βουτιές στα όνειρά σου. Και ο διακόπτης της λάμπας στον τοίχο, έπαψε να λειτουργεί εδώ και χρόνια, από την αχρησία. Έχεις μόνο δύο επιλογές. Να γυρίσεις και να τρέξεις όσο πιο γρήγορα μπορείς, έξω από την πόρτα που μπήκες, προς την μάταιη αναζήτηση, μιας πιο φιλόξενης ψυχής, ή να κλείσεις την πόρτα και να χαθείς στο σκοτάδι. Αρκεί να συνεχίσεις να περπατάς και να αφήσεις τις υπόλοιπες αισθήσεις σου να οξυνθούν, να δυναμώσουν και να σε οδηγήσουν. Και ξαφνικά, θα δεις…
  Απλά περπάτα και πριν το καταλάβεις, στους τοίχους του διαδρόμου, θα προσέξεις εικόνες. Είναι πίνακες στους οποίους χαράχτηκαν τα όνειρα, οι επιθυμίες και οι ελπίδες του. Είναι πίνακες γεμάτοι πανέμορφα χρώματα και πρωτόγνωρα σχέδια, που εκπέμπουν μία ακατανόητη ζεστασιά. Άλλοι είναι φρεσκοβαμμένοι, με το άρωμα τις μπογιάς να διακατέχει τον χώρο, ενώ άλλοι είναι πια σκονισμένοι και ξεθωριασμένοι. Όμως, υπάρχουν ακόμα εκεί…
  Στη συνέχεια, θα ακούσεις κραυγές και ουρλιαχτά. Μην τρομάξεις, απλά προχώρα και αναζήτησε την πηγή. Θα δεις αγάλματα λαβωμένα, ραγισμένα και σπασμένα, να κλαίνε και να πονάνε. Είναι μία συλλογή από τις πληγές που στιγμάτισαν τον ιδιοκτήτη και το κάθε άγαλμα, είναι μία ανάμνηση του κάθε λάθους, της κάθε προδοσίας και του κάθε ψέματος που πίστεψε και βαθειά μέσα του, τον πλήγωσε. Τα βλέπεις και τα ακούς και  αισθάνεσαι την θλίψη και την λησμονιά τους, να σε κυκλώνουν. Δέξου τες μες στην καρδιά σου. Μην τους αρνηθείς την είσοδο και θα προσέξεις πως τα αγάλματα ηρεμούν, ησυχάζουν. Ακόμα πονάνε αλλά όχι όσο πριν. Πλέον, δεν αισθάνονται μόνα…
  Και καθώς πλησιάζεις στο τέλος του διαδρόμου, θα βρεις κάτι μικρά πλασματάκια, παρατεταγμένα στις δύο πλευρές του διαδρόμου, σαν ορχήστρα να παίζουν μουσική. Είναι μικρά κομμάτια του εαυτού του, τα οποία παλεύουν διαρκώς για το ποιο θα επικρατήσει. Όμως δεν κρατάνε όπλα. Χρησιμοποιούν όργανα και την φωνή τους, για να πει το καθένα το δικό του τραγούδι, με το δικό του ανεξάρτητο ρυθμό. Ένα μείγμα μουσικής, που όλα μαζί δημιουργούν το τραγούδι της ψυχής του… Αυτό που ακούς να αναβλύζει από μέσα του, κάθε φορά που είσαι μαζί του… Κοιτώντας τα πλάσματα από κοντά, θα αναγνωρίσεις αρκετά. Θα δεις την οργή, την ευθυμία, τον πόθο, την ευγένεια, το μίσος, την ζήλεια και άλλα πολλά. Θα δεις τι όργανα κρατάνε. Θα ακούσεις πως τραγουδάνε. Μα ποιο σημαντικά θα ακούσεις την έντασή της μουσικής του καθενός…
  Και όταν αντικρίσεις τον άνθρωπο που κάθεται στον θρόνο, στο τέλος του διαδρόμου και ακούει αμίλητος την μουσική, θα καταλάβεις. Όλα τα κομμάτια θα μπουν στην θέση τους. Όσα έμαθες στον μακρύ αυτό περίπατο, στο σκοτεινό διάδρομο της ψυχής του, θα ενωθούν και θα σου δείξουν την εικόνα που έψαχνες να βρεις. Το μεγάλο μυστικό, που βρισκόταν τόσο καιρό κρυμμένο, θα εμφανιστεί μπροστά σου. Θα σηκωθεί από τον θρόνο, θα σε πλησιάσει χαμογελώντας και θα σε αγκαλιάσει. Θα μπορέσεις να δεις το πραγματικό του πρόσωπο και θα ξέρεις πως πήρε αυτή την μορφή. Μα πάνω από όλα, θα ξέρεις πώς να τον βοηθήσεις, να πάρει την μορφή, που είδες στους πίνακες… Θα ξέρεις πως να γιατρέψεις τις πληγές, που είδες στα αγάλματα… Θα ξέρεις πώς να τον κάνεις να ακούσει την κατάλληλη μουσική… Μόνο τότε, θα τον ξέρεις πραγματικά…
  Τελικά δεν είναι δύσκολο να γνωρίσεις την ψυχή κάποιου. Αρκεί να έχεις την υπομονή και το θάρρος, να συνηθίσεις το σκοτάδι και ξαφνικά όλα θα λάμψουν…